Δεκέμβριος 3, 2007
Με ξεγέλασε ο ήλιος σήμερα. Νόμιζα πως θα έβρεχε ασταμάτητα όπως κανονικά θα άρμοζε. Ανακουφίστηκα. Σημάδι λέω θα είναι, πως όλα είναι καλά. Μακάρι.
Δεν έχω πλέον τρόπους να στείλω μια ευχή. Ούτε να την πω. Σε ποιόν να τη πω; Λες και θα την καταλάβει όπως της πρέπει. Αυτό εδώ μου έμεινε μαζί με κάτι αρώματα και χρώματα της γειτονιάς με εκείνους τους κάδους που ποτέ δεν με άφηναν να παρκάρω όπως θα ήθελα.
Κάτι σκαλιά που παραπατούσα και τί περίεργο είχα χέρι να κρατηθώ, ένα χαμόγελο ικανοποιήσης στο άκουσμα λεγόμενων που έχω ξεχάσει πως προφέρονται.
Τις φλέβες των χεριών να ξεμυτίζουν από το πουθενά των αγκώνων, μια στάλα ιδρώτα σε σεντόνια από άμμο και τις σαπουνάδες στο πλακάκι του μπάνιου από αυτό το σιφόνι που ήταν μόνιμα χαλασμένο.
Έχω ξεχάσει τι πατάω μετά τον τριψήφιο στο κινητό. Λησμονώ τα υποκοριστικά μου, έχει αρχίσει να ξεθωριάζει η αγαπημένη μου φωτογραφία πάνω στο μπαουλάκι που είναι στο δωμάτιο. Είναι;
Τα ντεσιμπέλ της φωνής ολοένα και χαμηλώνουν, αραιώνουν, φτάνουν να εξαφανίζονται όπως περνούν οι μήνες. Στο τέλος είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Δεν με νοιάζει σήμερα που τα μαλλιά μου μυρίζουν τσιγάρο. Ούτε πως κάθεται η μπλούζα πάνω μου.
Θέλω να ακούσω το Return to innocence και να πω “αστεράκι μου”.
Κάποτε νόμιζα πως είχα ταλέντο στις ξένες γλώσσες. Σήμερα, ειδικά σήμερα, αυτή μου
είναι ακαταλαβίστικη.
Χρόνια πολλά.



